Τέσσερις γυναίκες, σε μια συνηθισμένη νύχτα στο μαγαζί, ξαφνικά βρίσκονται αντιμέτωπες με αλήθειες που δεν ήταν έτοιμες να ακούσουν και καλούνται να πληρώσουν εκείνες για τα πάθη ενός άνδρα που είναι απών. Τι συμβαίνει όταν ο κόσμος σου καταρρέει μέσα σε μια νύχτα; Όταν τίποτα από αυτά που ήξερες δεν ισχύουν; Όταν κάποιος άλλος πιστεύει ότι έχει το δικαίωμα να αποφασίζει για σένα; Τι κάνεις όταν αυτός που είναι υπεύθυνος δεν αναλαμβάνει τις ευθύνες του; Και τελικά υπάρχει τρόπος να αποδοθεί δικαιοσύνη;
Με αφορμή την παράσταση “Πειραιώς 12” που ανεβαίνει στο Θέατρο Επί Κολωνώ στο πλαίσιο του ΜΠΙΖΖΖ 2026 οι συντελεστές της παράστασης μας μίλησαν για την απονομή δικαιοσύνης, για την έμφυλη βία και για όλα τα ερωτήματα που απασχολούν την κοινωνία σήμερα καθώς η παράσταση δεν κλείνει τα μάτια σε αυτά.
– Ποιο είναι το βασικό θέμα της παράστασης «Πειραιώς 12» και ποια κοινωνικά ζητήματα αναδεικνύει;
Εάν πηγαίναμε από το περίβλημα προς τα μέσα, θα λέγαμε ότι το γενικό ζήτημα είναι η δικαιοσύνη και το πώς μπορούμε οι άνθρωποι να την πάρουμε στα χέρια μας ή αν έχουμε αυτό το δικαίωμα, όταν δεν αποδίδεται. Μοιραία, γράφοντας το έργο, φωτίστηκε το ζήτημα της έμφυλης βίας και το πώς οι γυναίκες ζουν και υπάρχουν μέσα σε αυτό το πατριαρχικό, εξουσιαστικό πλαίσιο, βιώνοντάς το ως τη μόνη δεδομένη πραγματικότητα.
– Με ποιον τρόπο παρουσιάζεται η έννοια της εξουσίας μέσα στο έργο;
Η εξουσία αποτελεί ένα από τα βασικά ζητήματα του έργου, κάτι που γίνεται ιδιαίτερα εμφανές μέσα από την παρουσία των δύο μπράβων και την πίεση που ασκούν. Παράλληλα, όμως, με την καταπίεση και τη βία που βιώνουν οι τέσσερις γυναίκες από αυτούς τους δύο άνδρες, βλέπουμε ότι η έννοια της εξουσίας είναι παρούσα και σε μια μικρότερη κλίμακα. Ανάμεσα στις πρωταγωνίστριες διαμορφώνεται μια ιεραρχία και μια ταξική διαφορά, στοιχεία που εμπεριέχουν εξουσιαστικές αποχρώσεις. Το ενδιαφέρον, ωστόσο, βρίσκεται στη διαφοροποίηση ανάμεσα στην εξουσία που προκύπτει από αυτές τις ταξικές σχέσεις και στην εξουσία που έρχεται «απ’ έξω», με τη μορφή των δύο ανδρών, και επιβάλλεται πάνω τους. Παρά τις μεταξύ τους διαφορές, οι τέσσερις γυναίκες παραμένουν ίσες απέναντι στην έμφυλη βία που υφίστανται.
– Πώς διαμορφώνονται οι σχέσεις μεταξύ των τεσσάρων γυναικών;
Οι τέσσερις γυναίκες είναι πολύ κοντά μεταξύ τους, καθεμία με διαφορετικό τρόπο σε σχέση με τις υπόλοιπες. Καθώς εκτυλίσσεται η πλοκή του έργου, βλέπουμε αρχικά τη ρουτίνα τους• σταδιακά, όμως, αυτό αλλάζει, όταν έρχονται αντιμέτωπες με μια εξωτερική απειλή και αποκαλύπτονται πληροφορίες που μέχρι τότε δεν γνωρίζαμε.
– Ποια είναι τα βασικά χαρακτηριστικά των γυναικών και πώς εξελίσσονται;
Σε γενικές γραμμές, θα μπορούσαμε να πούμε ότι η Χαρά (η τραγουδίστρια) είναι μια δυναμική γυναικεία μορφή, που παλεύει σε έναν ανδροκρατούμενο χώρο για να επιβιώσει και να ανελιχθεί επαγγελματικά. Είναι η «βασίλισσα» του νυχτερινού κέντρου. Όπως, όμως, κάθε βασίλισσα, όταν απειλείται το «παλάτι» της και οι άνθρωποί της, μπορεί να παγώσει για λίγο, αλλά σίγουρα επιστρέφει πιο δυνατή και πιο αποφασισμένη. Η Ηρώ (η μπαργούμαν) είναι ένα εξίσου δυναμικό πρόσωπο, δεν «μασάει», βρίσκεται στην πρώτη γραμμή και, όσο δυσκολεύουν οι καταστάσεις, τόσο πιο θαρραλέα εμφανίζεται στη σκηνή. Η Δάφνη (κόρη του ιδιοκτήτη, του Βλάση) είναι η πιο μικρή και πιο φρέσκια. Κυνηγά τα όνειρά της και η εξέλιξή της είναι ίσως η πιο απότομη, καθώς καλείται ξαφνικά να αντιμετωπίσει μια σκληρή και απάνθρωπη πραγματικότητα, χωρίς ηθικούς φραγμούς. Η Στέλλα (η καθαρίστρια) είναι ίσως η πιο φοβισμένη — κάτι που δεν είναι τυχαίο, αν σκεφτεί κανείς τη διαδρομή της. Η εξέλιξή της, ωστόσο, είναι απροσδόκητη, δεδομένου ότι πρόκειται για μια γυναίκα που δεν είναι εξοικειωμένη με τη νύχτα και τους «νόμους» της.
– Ποιον ρόλο παίζει ο χώρος (νυχτερινή ζωή / κλειστό περιβάλλον) στη δράση;
Η αλήθεια είναι ότι η επιλογή του χώρου δεν είναι τυχαία. Τα μπουζούκια ενσαρκώνουν το γέλιο και τη διασκέδαση, παράλληλα όμως κρύβουν και κάτι πιο σκοτεινό. Το περιβάλλον του νυχτερινού κέντρου προσδίδει μια χαλαρότητα και μια δόση χιούμορ στο έργο, ενώ ταυτόχρονα, το γεγονός ότι όλο αυτό εξελίσσεται σε ένα κλειστοφοβικό πλαίσιο φωτίζει ακόμη περισσότερο τη δράση.
– Πώς χρησιμοποιείται η ένταση και η σύγκρουση για την ανάπτυξη της πλοκής;
Τόσο η ένταση όσο και η σύγκρουση είναι στοιχεία που δεν εμφανίζονται από την αρχή της παράστασης, αλλά αναδύονται σταδιακά και κλιμακώνονται όσο προχωρά το έργο. Η κλιμάκωση αυτή συμβαδίζει με την αποκάλυψη των μυστικών και, με αυτόν τον τρόπο, η πλοκή αναπτύσσεται μέσα σε ένα περιβάλλον οριακά ασφυκτικό.
– Υπάρχουν στοιχεία ρεαλισμού ή συμβολισμού μέσα στο έργο;
Το έργο είναι επηρεασμένο από την επικρατούσα πραγματικότητα, επομένως είναι αναπόφευκτη η παρουσία στοιχείων ρεαλισμού. Σχεδόν ολόκληρο διέπεται από αυτά, τόσο στην αναπαράσταση της πραγματικότητας μέσα από τις σχέσεις εξουσίας όσο και μέσω της βιαιότητας και της ωμότητας του λόγου. Υπάρχουν και κάποια στοιχεία σουρεαλισμού μέσα σε αυτό τα οποία σπάνε τη γραμμικότητα της παράστασης. Τα στοιχεία του ρεαλισμού είναι όμως αυτά που επικρατούν καθώς πρόκειται για ένα νυχτερινό κέντρο του σήμερα, στο κέντρο της Αθήνας.
– Πώς αποδίδεται το ζήτημα της έμφυλης βίας μέσα από τη σκηνική δράση;
Το ζήτημα της έμφυλης βίας αποδίδεται κυρίως μέσα από τις εξουσιαστικές σχέσεις, όπως αυτές αναπαριστώνται ανάμεσα στις τέσσερις πρωταγωνίστριες και τους δύο μπράβους. Ήδη από την εμφάνιση των δύο αντρών, η ατμόσφαιρα βαραίνει και οι θεατές γίνονται μάρτυρες έντονων στιγμών πίεσης και φόβου. Στιγμές έντονης σωματικής, ψυχολογικής και λεκτικής βίας συμβάλλουν καθοριστικά στην ανάδειξη του ζητήματος της έμφυλης βίας.
– Ποια ήταν η υποδοχή του κοινού κατά την πρώτη παρουσίαση του έργου στο Φεστιβάλ ΜΠΙΖΖΖ;
Ήταν φανταστική και τους ευχαριστούμε πολύ. Υπήρχε μεγάλη συγκίνηση, ταυτόχρονα με πολύ γέλιο, και αυτό μας έδωσε μεγάλο κίνητρο να συνεχίσουμε και φέτος.
– Πώς επηρέασε η ματιά του ηθοποιού την σκηνοθεσία;
Τα παιδιά που ανέλαβαν τη σκηνοθεσία είχαν πολύ καθαρή ματιά για το πώς ήθελαν να προσεγγίσουν το έργο, και είμαστε ευγνώμονες, γιατί ως ηθοποιοί είχαμε χώρο να προτείνουμε κι εμείς πράγματα και να ακουστεί η ανάγκη του καθενός και της καθεμίας. Η προσέγγισή τους είναι πολύ στοχευμένη, φροντιστική και εμπνευστική, οπότε θα έλεγα ότι μας βοήθησαν πάρα πολύ.
– Σας δυσκόλεψε κάτι σε αυτή την πρώτη σας σκηνοθεσία; Έχουν υπάρξει αλλαγές συγκριτικά με το πρώτο ανέβασμα;
Αν μπορούμε να πούμε ότι κάτι μας δυσκόλεψε σε αυτή την πρώτη μας σκηνοθεσία, αυτό ήταν κυρίως οι σκηνές βίας που υπάρχουν στο έργο. Επειδή το μεγαλύτερο μέρος του κινείται σε ρεαλιστικό πλαίσιο και οι σκηνές αυτές είναι αρκετά ωμές, η μεταφορά τους στη σκηνή αποτέλεσε μια ιδιαίτερη πρόκληση για εμάς.
Αν λέγαμε ότι ήταν εύκολο, μάλλον θα… μεγάλωνε η μύτη μας. Η εμπειρία έμοιαζε με το να μπαίνουμε για πρώτη φορά σε ένα κατασκότεινο δωμάτιο. Δεν ξέρεις πώς να περπατήσεις, τι περιέχει, αν θα σκοντάψεις ή αν υπάρχουν και άλλοι εκεί, φοβάσαι μην πατήσεις κανέναν. Λειτουργείς με το ένστικτο, προχωράς με μικρά, διστακτικά βήματα, μέχρι να βρεις τα «παράθυρα», να σηκώσεις τα «ρολά» και να μπει φως. Και τότε αρχίζεις να νιώθεις οικεία μέσα σε αυτόν τον χώρο. Αρχίζεις να χαίρεσαι που υπάρχεις και εσύ μέσα σ’ αυτό το δωμάτιο. Όταν, λοιπόν, κληθήκαμε να επιστρέψουμε σε αυτό το «δωμάτιο» για το φετινό ανέβασμα, δεν προχωρήσαμε σε ριζικές αλλαγές. Αντίθετα, δουλέψαμε σε βάθος πάνω σε αυτό που ήδη είχαμε δημιουργήσει, επιδιώκοντας να το εμβαθύνουμε και να το ενισχύσουμε. Σαν να αλλάζεις λίγο τη διαρρύθμιση, τα χρώματα, τη διακόσμηση, θέλεις να είναι ακόμα πιο όμορφα.
Και τελικά, εκείνο το σκοτεινό δωμάτιο αποδείχθηκε πως είναι ένα πολύχρωμο, αλλόκοτο μπουζουξίδικο, γεμάτο από υπέροχες, «νταλκαδιάρες» ψυχές.
– Πώς συμβάλλουν τα σκηνικά και ο φωτισμός στη δημιουργία ατμόσφαιρας;
Πάρα πολύ. Έχουμε το καλύτερο team. Τα σκηνικά επηρεάζουν σε μεγάλο βαθμό τη δράση και τα φώτα διαμορφώνουν την ατμόσφαιρα — αλλάζει συνολικά η ενέργεια. Ευχαριστούμε πολύ τα παιδιά.
– Υπάρχει κάθαρση στο τέλος; Αν ναι με ποιόν τρόπο επιτυγχάνεται;
Πιστεύουμε ότι, αν αποκαλύπταμε οποιαδήποτε πληροφορία για το τέλος, αυτό θα αποτελούσε spoil και θα θέλαμε να διατηρήσουμε το στοιχείο της έκπληξης και της αγωνίας. Δεν έχει νόημα να τα γνωρίζει κανείς όλα από την αρχή!!
– Ποια συναισθήματα προκαλεί η παράσταση στο κοινό και γιατί;
Στους περισσότερους θεατές θα λέγαμε ότι γεννιέται η ανάγκη για απόδοση δικαιοσύνης. Αυτή η ανάγκη μπορεί να συνοδεύεται από θυμό, όταν συνειδητοποιούμε πόσα εμπόδια πρέπει να ξεπεράσει κανείς για να φτάσει σε αυτήν• η ανακούφιση όταν φαίνεται οτι τα εμπόδια αυτά ίσως και να μπορούν να ξεπεραστούν.
– Ποιο είναι το βασικό μήνυμα που μεταφέρει το έργο στον θεατή;
Δεν θα λέγαμε ότι υπάρχει ένα συγκεκριμένο μήνυμα. Το έργο πραγματεύεται, στη βάση του, το ζήτημα της έμφυλης βίας, το οποίο εξακολουθεί να μας απασχολεί όχι μόνο ως κοινωνίες και κοινότητες, αλλά και ως θηλυκότητες. Δεν θα ήθελα να το περιορίσουμε στα πλαίσια ενός «μηνύματος», γιατί αισθάνομαι ότι κάτι τέτοιο θα αδικούσε το ίδιο το ζήτημα. Το να μην ασκείται βία στις θηλυκότητες δεν είναι απλώς ένα μήνυμα• είναι κάτι που θα έπρεπε να θεωρείται αυτονόητο και κατοχυρωμένο. Με αυτή τη βάση, θέλουμε να αφηγηθούμε μια ιστορία που δεν απέχει πολύ από την πραγματικότητα. Παρακολουθούμε την ιστορία τεσσάρων γυναικών, το πώς συνυπάρχουν και το πώς στέκονται η μία δίπλα στην άλλη απέναντι σε μια απειλή. Το κοινό, λοιπόν, πιστεύω πως καλείται να αφεθεί σε αυτό που βλέπει και απλώς να το βιώσει. Εγώ θα ήθελα απλώς να γεννηθούν συναισθήματα μέσα από την ανταλλαγή ενός κοινού βιώματος ανάμεσα σε εμάς και τους θεατές, τη στιγμή της παράστασης. Από εκεί και πέρα, σαφώς θα με χαροποιούσε να προκύψουν σκέψεις ή και κάποια προσωπική μετακίνηση, όμως αυτό δεν είναι κάτι που μπορώ να το προαποφασίσω ή να το ελέγξω, ούτε θα το ήθελα για να είμαι ειλικρινής. Σε κάθε περίπτωση, το πώς θα «μεταβολίσει» κανείς το έργο σχετίζεται άμεσα με το προσωπικό του βίωμα.
Πηγή: Νατάσα Μαχπούπ, quinta-theater, 08/05/2026




