Είδαμε τη θεατρική παράσταση «Η Μοναξιά της Δύσης», του Martin McDonagh, στο Επί Κολωνώ

28 Οκτ, 2026 | @, κριτικές

Είδαμε τη θεατρική παράσταση «Η Μοναξιά της Δύσης», του Martin McDonagh, στο Επί Κολωνώ

28 Οκτ, 2026 | @, κριτικές

«Προβληματικές συγγενικές σχέσεις».

Το έργο – Η σκηνοθεσία:

«Η Μοναξιά της Δύσης» – «The Lonesome West» – είναι το τρίτο και τελευταίο μέρος της «Τριλογίας του Λήνεην», μετά τη «Βασίλισσα της Ομορφιάς» και το « Ένα ιρλανδέζικο κρανίο», του αξιόλογου Μάρτιν Μακντόνα.

Η εκρηκτική ιστορία αγάπης – μίσους δύο αδελφών σε ένα χωριό της δυτικής Ιρλανδίας, μετά το θάνατο του πατέρα τους, αποτελεί το θεματικό ιστό του θεατρικού πονήματος, εστιάζοντας στη δυσλειτουργική σύνδεσή τους, η οποία διανθίζεται από συγκρούσεις, ψέμματα, κολλήματα του παρελθόντος, οδυνηρές εγωιστικές συμπεριφορές, με τον κυνισμό και την ωμή βία να πρωτοστατούν.

Αυτή είναι η φαινομενική πλευρά της σχέσης τους, καθώς υποβόσκουν καταχωνιασμένες βασικές προσωπικές ανάγκες, όπως η αγάπη, η φροντίδα, η συμπαράσταση και θαμμένα ανθρώπινα αιτήματα, όπως η αναγνώριση και η εκτίμηση.

Όλο αυτό το σύμπαν εν τη ρύμη της πλοκής αποκαλύπτεται με τις ανάλογες ανατροπές τύπου «ρινγκ» να προσδίδουν ένταση, ρυθμό, αλλά και κωμικοτραγικές φάσεις στα τεκταινόμενα, κερδίζοντας το αμέριστο ενδιαφέρον του κοινού. Η μοναδική επικοινωνία των δύο αδελφών έχει να κάνει αποκλειστικά με εικόνες ψυχικού ή σωματικού τραυματισμού, με πονηριές και δόλο πως θα διαλύσουν τον «αντίπαλο». Τα τραύματα, οι εμμονές και οι φόβοι τούς εμποδίζουν να πλησιαστούν, αφού δεν έχουν μάθει τη θετικότητα της αλληλοσύνδεσης και της επαφής.

Επειδή το κείμενο στο έργο «Η Μοναξιά της Δύσης» είναι πολυσχιδές και δύσκολο καθώς συνδυάζεται το δραματικό στοιχείο με το black humour, με ένα ειρωνικό ύφος που σπάει κόκκαλα, όταν αυτό μεταφερθεί στη σκηνή απαιτείται ικανός χειρισμός. Η έμπειρη σκηνοθέτιδα Ελένη Σκότη, πατώντας πάνω στη ρέουσα μετάφραση του Γιώργου Χατζηνικολάου, δημιούργησε μία ρωμαλέα θεατρική περιπέτεια άξια λόγου και προσοχής.

Ο πυρήνας αυτού του έργου που ορίζεται ως κοινωνική δραμεντί, στηρίζει βέβαια τη δραματική αφήγηση, αλλά παράλληλα ενισχύει κάθε τι κωμικό που φύεται στις παρυφές της. Αυτή την αρμονική ισορροπία η οργάνωση της σκηνοθεσίας την πετυχαίνει με ένα τρόπο, ο οποίος βάζει το θεατή μέσα στο δραματουργικό βάθος, όχι εκκωφαντικά, αλλά δυναμικά και «ήρεμα».

Όλος ο προβληματισμός και οι συμβολισμοί συνυποδηλώνουν την ανάγκη του ατόμου για αυθυπαρξία και επικοινωνία με το συνάνθρωπο, μέσα στο πλαίσιο της επίκαιρης, σε όλες της τις εκφάνσεις, βίας, με συνακόλουθους τη μοναξιά, τον κοινωνικό ερμητισμό, τη δυστοκία της αληθινής έκφρασης των αισθήσεων, των ιδεών, των συναισθημάτων, των διλημμάτων, των ονείρων.

Το έργο αποτελεί διαμαρτυρία για τη συρρίκνωση της ποιότητας της ζωής, για την αδυναμία του σύγχρονου κόσμου να διεκδικήσει τη χαρά της αγάπης και της αναγνώρισης της αυταξίας, με τρόπο ειρηνικό και αλληλέγγυο.

Η σκηνική ενορχήστρωση της Ελένης Σκότη με φόντο το λόγο, την έκφραση και την κίνηση να γεννάνε ατμόσφαιρα γκροτέσκ, φωτίζει τους νοηματικούς άξονες, έτσι ώστε ο δραματικός ρεαλισμός να παντρεύεται με τις σαρκαστικές πινελιές των προσώπων που ενίοτε αγγίζουν το γελοίο του γέλιου ή τη βλάσφημη ειρωνεία. Συνοπτικά η σκηνοθέτιδα μπήκε βαθιά στο ζοφερό κλίμα της συγγραφικής σκέψης του Μακντόνα και αυτό, με δύναμη και ικανότητα μάς το μετέφερε ατόφιο.

Παίζουν οι Παντελής Δεντάκης, Σήφης Πολυζωίδης, Νικόλας Δροσόπουλος, Χριστίνα Μαριάνου.

Η αλληλεπίδραση Δεντάκη και Πολυζωίδη -υποδύονται τα δύο αδέλφια-αναδεικνύει πεντακάθαρα την τραγικοκωμική υφή του κειμένου. Ερμηνεύοντας τις καταρρακωμένες περσόνες του ρόλου τους, με αλήθεια και αφοσίωση, προσκαλούν άμεσα το κοινό στον προβληματικό, ανοιχτό από πληγές πολυτραυματικό βίο τους, προκαλώντας ταυτόχρονα τον «ανυποψίαστο» θεατή να σκύψει σε δικές του βιωματικές ομόλογες ή παραπλήσιες αναφορές.

Έτσι πετυχαίνεται η πολυπόθητη μέθεξη. Ο Παντελής Δεντάκης εξαιρετικός, ο δε Σήφης Πολυζωίδης αφοπλιστικότατος. Ο Νικόλας Δροσόπουλος ενσαρκώνει τον ιερέα με αμεσότητα και σύνεση. Η Νταρλήν της Χριστίνας Μαριάνου γήινη και υποκριτικά ευέλικτη.

Μετάφραση, σκηνικά και συνεργάτης στη σκηνοθεσία, Γιώργος Χατζηνικολάου, φώτα Γιώργος Αγιαννιώτης, μουσική – ηχητικός σχεδιασμός Gary Solomon, κοστούμια Μαρία Αναματερού, βοηθός σκηνοθέτιδος Στεφανία Γώγου. Όλοι τους εργάστηκαν για το τελικό θετικό αποτέλεσμα.

Συμπερασματικά μπορούμε να πούμε ότι αυτή η θεατρική παράσταση λειτουργεί τόσο εξωτερικά όσο και υποδόρια, χωρίς περιττές μοντερνιές ή περίεργα σκηνικά ευρήματα με στόχο τον εντυπωσιασμό. Απλώς, με σεβασμό, υπηρετεί την ποιότητα ενός πραγματικού θεατρικού αγαθού και όχι εμπορεύματος.

 

 

Πηγή: Ζωή Τόλη, enetpress, 27/10/2026

Νεφέλη Τραγίδη