Φωτίζοντας… μια Αμερική «λούμπεν»
Οκτώ πρόσωπα δεμένα μεταξύ τους σε ένα αλλόκοτο σύμπαν, άλλοτε κωμικά θλιβερό κι άλλοτε άγρια αστείο, που ωστόσο δείχνει απόλυτα φυσιολογικό εντός της αμερικανικής νοοτροπίας. Κανείς δεν ενδιαφέρεται για κανέναν αληθινά και στις λίγες περιπτώσεις όπου ο ατομικισμός υποχωρεί για λίγο η έγνοια για τον άλλον αφορά είτε μια άβουλη επιθυμία είτε μια νοσηρή φροντίδα.
Με τον πολυπαιγμένο στο θέατρό μας Αμερικανό συγγραφέα Σαμ Σέπαρντ η Ελένη Σκότη βρίσκεται ασφαλώς στο στοιχείο της. Ο παλιός παραισθητικός ρεαλισμός που έδωσε κάποτε στο θέατρο της Αμερικής αδιαμφισβήτητη αξία στην παγκόσμια σκηνή∙ μια πραγματικότητα επί σκηνής μπολιασμένη με ποίηση, σάτιρα και αμφιβολία∙ ψυχανάλυση και κοινωνική κριτική∙ και βέβαια πανταχού παρούσα κριτική του αμερικανικού ονείρου, αποδόμηση της αμερικανικής οικογένειας και καταγγελία της περιβόητης αμερικανικής «ασφάλειας»… Μια γενεαλογία συγγραφέων από τον Ο’Νιλ και μετά που επιμένουν να ανεβαίνουν κόντρα στο ρεύμα του ποταμού, πλέοντας από το Δέλτα του αβδηριτισμού πίσω στις πηγές του αμερικανικού έθνους.
Το «ψέμα του μυαλού», μέλος της δραματικής τριλογίας του Σέπαρντ με θέμα την οικογένεια, θυμίζει πάρα πολύ βέβαια τον Ο’Νιλ μεταφερμένον κάπου στα μέσα της δεκαετίας του ’80. Επιμένω στη χρονολογία του έργου γιατί είναι πιστεύω ενδεικτική. Στα 1985, όταν το έργο πρωτοπαραστάθηκε, επισκεπτόταν την Αμερική ξανά ο δαίμονας της συλλογικής αυταπάτης, με τα φώτα πάνω του μιας ψευδαίσθησης που μόνο η χώρα αυτή μπορεί να δημιουργήσει. Με πρόεδρο τον Ρίγκαν και οδηγό τη Wall Street, η Αμερική έβλεπε για ακόμη μία φορά τον πλανήτη έτοιμο να παραδοθεί στον ρυθμό των λεωφόρων της.
Δεν ήταν δα και η πρώτη φορά. Το ίδιο είχε συμβεί στις αρχές του ίδιου αιώνα, συνέβη αμέσως μετά τον Πόλεμο. Μα κάπου εκεί, στη γωνιά του συστήματος, ιδού που ξεπρόβαλλε κάθε φορά ένα θέατρο που σαν να ήθελε να χαλάσει τη γιορτή με τα δικά του σκοτεινά τοπία, τα χαμένα όνειρα, τις μελαγχολικές διαπιστώσεις. Αυτό το θέατρο ζήτησε να στρέψει τα φώτα του σε ένα αγρόκτημα, ας πούμε, της Τζόρτζια, σε ένα χαμόσπιτο της Νέας Ορλεάνης ή -όπως συμβαίνει τώρα- σε κάποια φάρμα της Μοντάνα. Αυτός ήταν και είναι ο «ρεαλισμός» αμερικανικής κοπής: κόβει βαθιά, μέχρι να φανεί το απόστημα κάτω από το λαμπερό δέρμα.
Κακοποίηση
Το «Ψέμα» του Σέπαρντ στρέφει κι αυτό τα φώτα του σε μια Αμερική «λούμπεν», άρρωστη ηθικά και ψυχικά, μα και διανοητικά λειψή. Το έργο ξεκινά με μια καραμπινάτη υπόθεση ενδοοικογενειακής κακοποίησης (αναρωτιέμαι πώς θα την χαρακτηρίζαμε το 1985), όταν ο μάτσο Τζέικ θα χτυπήσει ανελέητα τη γυναίκα του Μπεθ. Μα δίνει κανείς σημασία στο γεγονός αυτό; Σχεδόν όχι… Περιέργως όλοι συνεχίζουν σαν να μη συμβαίνει κάτι σοβαρό, ούτε καν η ίδια η Μπεθ, της οποίας ο έρωτας για τον κακοποιητή δεν δείχνει να κάμπτεται διόλου. Μα και ο τελευταίος δηλώνει πως την αγαπάει εξίσου σφόδρα, τόσο ώστε να αρχίσει να την αναζητάει στη συνέχεια σαν τρελός. Καταλήγει έτσι για λίγο στο παιδικό του δωμάτιο, δίπλα στη φοβερή μάνα του Λορέιν, που εμφανίζει σοβαρό οιδιπόδειο με τον γιο της.
Από την άλλη η ανάπηρη πια Μπεθ κρύβεται στο αγρόκτημα των δικών της, για να βρει νοσηλεία δίπλα στην αγαθή μητέρα της Μεγκ και τον τυπικό Αμερικανό καουμπόι πατέρα της Μπέιλορ. Ρόλο στην ιστορία παίζουν και τα αδέλφια: η αδελφή του Τζέικ, η Σάλι, που δείχνει σαν η μόνη λογική, ώστε να αντιλαμβάνεται τον μεθυσμένο πατριαρχικό κόσμο της.
Και τα δύο αγόρια που λειτουργούν χιαστί: ο αδελφός του Τζέικ, Φράνκι, που θα επισκεφτεί το σπίτι της Μπεθ, για να εγκλωβιστεί εκεί τραυματισμένος. Και ο αδελφός της Μπεθ, Μάικ, που μοιράζει το πρόσωπό του ανάμεσα σε μια φανερά καταπιεσμένη αντρική προσωπικότητα και σε έναν υπερφίαλο μάτσο ρόλο.
Οκτώ πρόσωπα δεμένα μεταξύ τους σε ένα αλλόκοτο σύμπαν, άλλοτε κωμικά θλιβερό κι άλλοτε άγρια αστείο, που ωστόσο δείχνει απόλυτα φυσιολογικό εντός της αμερικανικής νοοτροπίας. Κανείς δεν ενδιαφέρεται για κανέναν αληθινά και στις λίγες περιπτώσεις όπου ο ατομικισμός υποχωρεί για λίγο η έγνοια για τον άλλον αφορά είτε μια άβουλη επιθυμία είτε μια νοσηρή φροντίδα. Τα στοιχεία τα έχουμε δει και στον Ουίλιαμς και στον Μίλερ και βέβαια πίσω στον πατριάρχη Ο’Νιλ. Ομως εδώ δεν έχουμε άλλο από βούρκο, την παραβολή μιας βαθιάς και σκοτεινής πατρίδας, από την οποία κανείς δεν πρόκειται να ξεφύγει. Μια χώρα άρρωστη, δοσμένη στη βία και στην εσωστρέφεια, που θεωρεί τον εαυτό της σαν φάρμακο.
Μας ενδιαφέρει αυτό το τόσο αμερικανικό έργο του ’85; Θα απαντούσα καταφατικά για τρεις λόγους: πρώτον, γιατί, όπως συμβαίνει παραδοσιακά με τους καλούς Αμερικανούς συγγραφείς, ό,τι γράφουν με ειλικρίνεια και αυθεντικότητα για τα δικά τους καταφέρνει να προκαλεί το παγκόσμιο ενδιαφέρον. Επειτα γιατί αληθινά το «Ψέμα» δείχνει προφητικό σε πολλά που ξεπερνούν τον Ατλαντικό. Και, τρίτον, γιατί, όπως και πάλι συμβαίνει στο θέατρο αυτό, τα πράγματα δίνονται με θαυμάσιο δραματουργικά τρόπο.
Εθνικισμός
Δεν είναι άλλωστε τυχαίο πως ο Σέπαρντ επανακάμπτει στις διεθνείς σκηνές μετά από ένα διάστημα στο οποίο τα έργα του θεωρήθηκαν ανιαρά ή παρερμηνεύτηκαν: Οσο και αν ακούγεται απίστευτο, υπήρξε εποχή που η σοβαρή κριτική θεώρησε το σεβαστικό δίπλωμα της αστερόεσσας που βλέπουμε επί σκηνής ή την εικόνα ενός καουμπόι που ξέρει να βάζει τα πράγματα στη θέση τους «με τον αντρίκιο τρόπο» όλα εικόνες μιας παραβολής μιας χαμένης ανθρωπιάς σαν μύχιες εκδηλώσεις εθνικισμού! Παραδόξως το «Ψέμα» του Σέπαρντ μοιάζει να είναι περισσότερο κοντά σε εμάς από ό,τι ήταν τα πρώτα χρόνια που ακολούθησαν τη συγγραφή του.
Δεν χρειάζεται να επεκταθούμε στη μαεστρία του ρεαλισμού της Ελένης Σκότη κατά πλάτος και βάθος. Θα ήταν ανιαρή επανάληψη. Να θυμίσω απλώς πως η σκηνοθέτρια διδάσκει ξανά τους ηθοποιούς και το κοινό ότι ο Ρεαλισμός δεν βρίσκεται στο τι λες, αλλά στο πότε και στο σε τι σιωπάς. Η διαφορά από τις άλλες διδασκαλίες της είναι πως εδώ -καθώς το «Σύγχρονο» διαθέτει μια σκηνή αρκετά πλατιά για ένα έργο που θα μπορούσε κανονικά να δοθεί ακόμη και σε κυκλικό θέατρο- η σκηνογραφία αναγκάζεται να εμφανίσει ταυτόχρονα δύο τόπους, τα σπίτια του Τζέικ και της Μπεθ. Η διαρκής αυτή παρουσία της δεύτερης σκηνής προσδίνει στην ατμόσφαιρα ελαφρά αποστασιοποίηση, ίσως και μια ειρωνική νότα. Η αλήθεια είναι όμως πως δημιουργεί επίσης φόρτο στους ηθοποιούς, οι οποίοι πρέπει να γεμίζουν τον χρόνο της σκιώδους παρουσίας τους στο ημίφως.
Σκηνικό σύμπαν
Θα σταθώ στη σκηνογραφία του Γιώργου Χατζηνικολάου (ο ίδιος έχει μεταφράσει το έργο και έχει συνεργαστεί στη σκηνοθεσία) – κυρίως στη θαυμάσια υλοποιημένη προβολή του εξωτερικού χώρου του σπιτιού της Μπεθ με το χιόνι να δημιουργεί τείχος απομόνωσης. Πολύ καλά τα κοστούμια από τον ίδιο και την Μαρία Αναματερού. Εξαιρετικά λειτουργικοί στο διττό σκηνικό σύμπαν οι φωτισμοί του Αντώνη Παναγιωτόπουλου, όπως και η κίνηση της Μαργαρίτας Τρίκκα. Τον ηχητικό -και στην πράξη δραματουργικό- καμβά της παράστασης έχει αναλάβει ο Αγγελος Αγγελίδης.
Περνάω τώρα στους ηθοποιούς, που για ακόμη μία φορά σε παράσταση της ομάδας Νάμα ξεδιπλώνουν τις ικανότητές τους επί σκηνής. Ο Τζέικ του Γιώργου Τριανταφυλλίδη ένας χαμένος Ρωμαίος, η Μπεθ της Μαρίας Δαμασιώτη μια σπαταλημένη Ιουλιέτα. Ο Μπέιλορ του Μελέτη Γεωργιάδη σαν να είναι χαραγμένος σε ξύλο βελανιδιάς. Η γυναίκα του Μεγκ, από τη Βαγγελιώ Ανδρεαδάκη, σαστισμένη και εντελώς άοπλη. Η Λορέιν της Κατερίνας Γιαμαλή, μια μητέρα βγαλμένη από τα σωθικά της πιο βαθιάς Αμερικής. Οι αδελφοί έπειτα: ο προσγειωμένος Φράνκι του Βαγγέλη Αμπατζή και ο καταπιεσμένος Μάικ του Ορέστη Τζιόβα. Η Σάλι, τέλος, της Ηβης Νικολαΐδου, μια κοπέλα που χάνεται στον δρόμο των άλλων. Ολοι οι ερμηνευτές κατάφεραν να αποτελούν ένα φανερό αίνιγμα, ένα κατανοητό μα και εξαιρετικά δύσκολο να λυθεί με λόγια ψυχικό τοπίο.
Τι βλέπουμε με αυτούς στο τέλος του «Ψέματος»; Μια πατρίδα που βουλιάζει στο σκοτάδι. Και έναν συγγραφέα να στέκει δίπλα της σαν φάρος.
Πηγή: Γρηγόρης Ιωαννίδης, efsyn, 16/02/2026




