Σε αποξένωση από την πραγματικότητα είναι οι ήρωες του Σέπαρντ στο έργο που σκηνοθετεί η Ελένη Σκότη.
Δύο τετραμελείς οικογένειες καταλαμβάνουν τη σκηνή. Τις συνδέει ένας γάμος και τις χωρίζουν τα πάντα – γι’ αυτό η σκηνή είναι σοφά χωρισμένη από τον Γιώργο Χατζηνικολάου σε δύο επικράτειες και η μεταξύ τους απόσταση κατά τη διάρκεια της παράστασης μοιάζει να μεγαλώνει. Δεν είναι ωστόσο ο μόνος βαθύς χωρισμός γιατί και τα πρόσωπα που απαρτίζουν αυτές τις οικογένειες είναι εξίσου απομακρυσμένα. Συμπεριφέρονται σαν μονάδες με ασυνάρτητη αλλά ξεχωριστή πορεία, ακόμη και όταν συγκατοικούν – εξ ανάγκης και υπό το καθεστώς μιας συνθήκης αμοιβαίου εγκλεισμού. Οι εξαρτήσεις του ενός προς τον άλλο είναι σταθερές και οι ψυχικές τους αναπηρίες συνδιαλέγονται αλλά οι ίδιοι παρακολουθούν τα συμπλεκόμενα προσωπικά τους βιώματα από διαφορετική οπτική γωνία. Πάνε να χαράξουν μία αποκλίνουσα από τους άλλους γραμμή, αλλά τελικά συμπλέουν σε χωριστές βάρκες.
Παράνοια και άγριο χιούμορ
Αυτή την παραδοξότητα, που ενυπάρχει ως καθοριστικά δρώσα παράμετρος και σε άλλα έργα του Σαμ Σέπαρντ, ανέδειξε η Ελένη Σκότη τόσο κατά την έκταση όσο και κατά το βάθος της. Η σκηνοθέτρια βρίσκεται βέβαια στο στοιχείο της, γνωρίζει καλά το αμερικανικό θέατρο γενικότερα και τη δραματουργία του Σέπαρντ ειδικά. Κινείται στο διανοιγόμενο από τον συγγραφέα τρικυμισμένο πεδίο με την ακρίβεια και τη δεξιοτεχνική σύνεση που εξασφαλίζει η επίγνωση του κινδύνου.
Βλέπει ότι οι ασύμπτωτες τροχιές των ηρώων είναι δεμένες στο ίδιο σκοτεινό κέντρο, περιστρεφόμενες σε κοινή δίνη, βυθισμένες στο ίδιο αδιέξοδο. Φροντίζει λοιπόν, χωρίς ούτε στιγμή να μπλέξει τις φωνές των ηρώων σ’ ένα γκρίζο κουβάρι, να φανεί η καθεμία στον διακεκριμένο της χρωματισμό. Το έργο ξεκινά μετά τον παρ’ ολίγον θανάσιμο ξυλοδαρμό της Μπεθ από τον άντρα της τον Τζέικ και αναπτύσσεται σε δύο σκηνικούς πίνακες. Στον έναν ο συντετριμμένος αλλά ακόμη οργίλος και αμετανόητος Τζέικ εξομολογείται στον αδελφό του Φράνκι ότι σκότωσε τη γυναίκα του σε μια κρίση ζηλοτυπίας. Στον άλλο η επιζώσα Μπεθ βρίσκεται αναίσθητη, κατάκοιτη και φασκιωμένη με γάζες στο νοσοκομείο όπου την επισκέπτονται οι δικοί της άνθρωποι.
Με βαριές κρανιοεγκεφαλικές κακώσεις η Μπεθ θα υποστεί, όπως αποδεικνύεται, μόνιμη βλάβη και ο Φράνκι σπεύδοντας να την αναζητήσει θα φτάσει ως το σπίτι των γονιών της στην ορεινή Μοντάνα. Εκεί θα τον ακολουθήσει λίγο αργότερα σε άθλια κατάσταση και ο Τζέικ για να βρεθεί γονυπετής μπροστά στην ανάπηρη πλέον γυναίκα του, η οποία παραδόξως εξακολουθεί να τον βλέπει σαν άτακτο παιδί. Στο έργο του Σέπαρντ αφθονούν οι παρανοϊκοί συσχετισμοί, το άγριο χιούμορ και οι εξουθενωτικοί μονόλογοι που παριστάνουν τους διαλόγους. Η Σκότη από την πλευρά της μεριμνά ώστε το κατακερματισμένο σύμπαν των ηρώων να αποδοθεί από ένα συνεκτικό σώμα ηθοποιών.
Σκοτεινοί και ανελέητοι
Ο Γιώργος Τριανταφυλλίδης έπλασε τον βάναυσο Τζέικ με όλα τα υλικά της αποσυμπιεσμένης οργής, του ωμού εγωισμού και της αδίστακτης επιθετικότητας που επιστρατεύει ως αντίβαρο στην εγκατάλειψη από τον πατέρα του. Απέναντί του η Μαρία Δαμασιώτη ενσαρκώνει μια αθεράπευτα παθητική και αβοήθητα τρυφερή Μπεθ που αδυνατώντας να ξεφύγει από το βίαιο και τραχύ πατρικό πρότυπο το αναπαράγει με την αδιέξοδη ερωτική της επιλογή.
Ο πατέρας της Μπεθ, ο Μπέιλορ, σμιλεύεται από τον Μελέτη Γεωργιάδη με τα σκληροτράχηλα χαρακτηριστικά του κυνηγού της Αγριας Δύσης, τη βουλιμική του ιδιοσυγκρασία αλλά και την εξασθενημένη του ορμή. Δίπλα του η Βαγγελιώ Ανδρεαδάκη ενσαρκώνει τη γυναίκα του, τη Μεγκ, σαν σκιά μονίμως απορούσα και ανέλπιδα χαμένη στις ονειροπολήσεις της. Η φιγούρα της Λορέιν σκιαγραφείται από την Κατερίνα Γιαμαλή ως γυναίκα που έχει συμβιβαστεί με την εγκατάλειψή της, αλλά διατηρεί μία σπίθα εκρηκτικής ανεξαρτησίας.
Ο σφριγηλός Μάικ του Ορέστη Τζιόβα επιβεβαιώνει ως αντίγραφο τον δυναστικό του πατέρα, ο Βαγγέλης Αμπαζής αποτυπώνει στον ρόλο του Φράνκι τη συνετή εγκαρτέρηση και η Ηβη Νικολαΐδου κλείνει τη διανομή δίνοντας στη Σάλι την κρυφή ένταση της κοπέλας που πασχίζει να γλιτώσει από τον συλλογικό παραλογισμό που βασανίζει όλους τους υπόλοιπους ήρωες του έργου.
Dead end…
Συνδυάζοντας τις ιδιότητες του ηθοποιού και του συγγραφέα, του σεναρίστα και του σκηνοθέτη ο Σαμ Σέπαρντ αναδείχθηκε σε κορυφαία μορφή του αμερικανικού θεάτρου τοποθετώντας στο επίκεντρο της δραματουργίας του τη σύγχρονη Αγρια Δύση. Οι εμπνεύσεις του συνδέονται με τα προσωπικά του βιώματα και η χαρακτηρογραφία των ηρώων του έχει τα γρανιτένια πρότυπα ανθρώπων που συνάντησε μεγαλώνοντας στη νότια Καλιφόρνια. Ο Σέπαρντ δούλεψε σε ράντσο (και αργότερα απέκτησε δικό του), ενώ σπούδασε για ένα φεγγάρι κτηνοτροφία και περιπλανήθηκε στις αχανείς εκτάσεις του Τέξας, της Αριζόνα και της Νεβάδα παρέα με εποχιακούς εργάτες και πεισματωμένους κυνηγούς του ναυαγισμένου αμερικανικού ονείρου.
Στα έργα του κυριαρχούν και επιβάλλονται σε βαθμό ασφυξίας φιγούρες ξεκομμένες από τον κοινωνικό τους περίγυρο, πρόσωπα καταδιωκόμενα από τις εμμονικές τους παραισθήσεις, άτομα πλήρως ανακόλουθα και γοερά αντιφατικά. Διαθέτουν φαινομενικά ισχυρή και ενίοτε μάλιστα θηριώδη βούληση, ενώ ταυτόχρονα εμφανίζονται άκρως παθητικά απέναντι στις επιπτώσεις των ενεργειών τους, αδύναμα και με τσακισμένα φτερά. Σ’ αυτόν άλλωστε τον εξαιρετικά αλλόκοτο συνδυασμό οφείλεται η αινιγματική τους γοητεία.
Πηγή: Ηρακλής Λογοθέτης, documento, 04/03/2026




