«Κάθε κορυφή είναι, αναπόφευκτα, και το χείλος μιας αβύσσου».
Pablo Neruda
Η «Linda», η οποία παρουσιάζεται αυτή τη στιγμή στο θέατρο Επί Κολωνώ, μπορεί να παίρνει το όνομα ενός και μόνο χαρακτήρα, της πρωταγωνίστριας της ιστορίας, αλλά αντιπροσωπεύει γενιές γυναικών που αγωνίζονται για έναν φεμινισμό που ενθαρρύνει τις γυναίκες να τα έχουν όλα γιατί τα δικαιούνται όλα. Το έργο, γραμμένο από την Πενέλοπε Σκίνερ, είναι πλούσιο σε θέματα και εμβαθύνει σε αμφιλεγόμενα και περίπλοκα ζητήματα. Η δε σκηνοθεσία της Ελένης Σκότη το έχει ανεβάσει σε αριστουργηματικό επίπεδο.

Η ιστορία περιστρέφεται γύρω από τη «Linda», την οποία υποδύεται η έμπειρη Μυρτώ Αλικάκη. Στην παράσταση που είδα και παρά το στρες της πρεμιέρας, η Μυρτώ Αλικάκη ήταν συναρπαστική και απόλυτα πειστική ως Λίντα. Οι κόρες της Λίντα, η Άλις και η Μπρίτζετ, παλεύουν με τα προσωπικά τους προβλήματα. Ο σύζυγός της, ο Νιλ, υποφέρει από μοναξιά. Μέσα σε μια μέρα, ο κόσμος της Λίντα καταρρέει, προς μεγάλη ικανοποίηση της νεότερης υπαλλήλου της εταιρείας στην οποία εργάζεται, της Έιμι, που καιροφυλακτεί ώστε να κλέψει τη θέση της. Προσθέστε σε αυτό το σύμπαν τον γοητευτικό ασκούμενο Λουκ και το νεο-συντηρητικό αφεντικό Ντέιβ και έχετε τα θεμέλια για αυτό που μοιάζει περισσότερο με μια μαύρη κωμωδία σε σύγχρονο θεατρικό έργο.

Πλοκή
Η Λίντα, μια βραβευμένη διευθύντρια μάρκετινγκ, παρουσιάζεται ως ένας πολύπλοκος χαρακτήρας: δυναμική, φιλόδοξη, αλλά ταυτόχρονα ευάλωτη και ενίοτε ηθικά αμφισβητήσιμη. Οι δευτερεύοντες χαρακτήρες, όπως η απομονωμένη κόρη της, Άλις, προσθέτουν βάθος και διαφορετικές οπτικές στη γυναικεία εμπειρία.
Η γραφή της Σκίνερ είναι ιδιαίτερα ευφυής, με χιούμορ που μετατρέπεται σε πικρία, ειδικά στους διαλόγους της Λίντα με τη νεότερη, ανερχόμενη συνάδελφό της, Έιμι.
Η περιστρεφόμενη πόρτα της ζωής της Linda
Ο σκηνικός σχεδιασμός του Γιώργου Χατζηνικολάου είναι ιδιαίτερα καίριος, όπως κάθε δουλειά του άλλωστε, με το περιστρεφόμενο κάθισμα γραφείου να περιφέρεται από το ένα γραφείο στο άλλο και εν συνεχεία στο σπίτι της Linda. Είναι η περιστρεφόμενη πόρτα της ζωής της και έπειτα από δύο ώρες αέναης περιπλάνησης στην καθημερινότητά της, ακόμη και οι πιο δύσκολοι θεατές μένουμε εξαντλημένοι. Ο σχεδιασμός φωτισμού της παράστασης (Αντώνης Παναγιωτόπουλος), χρησιμοποιώντας χρώματα σε νέον, προκαλεί την αίσθηση του κενού, ένα κενό που τελικά παγιδεύει όλους όσοι αγωνίζονται για μια θέση στο επιχειρηματικό Λονδίνο. Αν προσθέσει κανείς τα κομψά κοστούμια της Μαρίας Αναματερού και τα προσεγμένα βίντεο, σκηνικά και τεχνικά η παράσταση λειτουργεί άψογα.

Οι προσδοκίες
Ωστόσο, η Λίντα τελικά υποφέρει από το ίδιο πρόβλημα που αναδεικνύει η πλοκή – τις προσδοκίες. Οι γυναίκες στην παράσταση, νέες και μεγαλύτερες, παλεύουν με ζητήματα που κυμαίνονται από τη σεξουαλική παρενόχληση και τον ηλικιακό ρατσισμό, τον αθέμιτο επαγγελματικό ανταγωνισμό ως και την έλλειψη αυτοσεβασμού. Αν και ένα έργο με τόσα πολλά διακυβεύματα, αμέτρητες συγκρούσεις και αδύνατα στην επίλυσή τους προβλήματα απαιτεί ένα επίπεδο έντασης, αυτό που λείπει στη Λίντα είναι μια αίσθηση ησυχίας, μια στιγμή για να πάρει μια ανάσα από την περιστρεφόμενη πόρτα των ασταμάτητων προβλημάτων. Αυτό μέχρι το τέλος.
Ο ρόλος
Η «Linda» είναι ένας τεράστιος, απίστευτα λαμπρός ρόλος, εφάμιλλος των μεγάλων σαιξπηρικών ρόλων, και η Μυρτώ Αλικάκη, όπως την είδαμε στην παράσταση του θεάτρου Επί Κολωνώ και υπό τη σκηνοθετική καθοδήγηση της Ελένης Σκότης, τον κατέχει απόλυτα.
Οποιοσδήποτε φόβος ότι η αλλαγή στο ρόλο θα έβλαπτε την παράσταση, εξαφανίζεται αμέσως από τη δυνατή, ορμητική αλλά και διεισδυτική ερμηνεία της Μυρτώς Αλικάκη.
Αξιόπιστη στο ρόλο της, με μια αυτοπεποίθηση που αναπτύσσεται σε μια στέρεη πίστη για τη θέση της στον κόσμο και στην ικανότητά της να τη διατηρήσει, η Μυρτώ Αλικάκη μάς δίνει μια γυναίκα που δεν έχει συνειδητοποιήσει ακόμη ότι η γυάλινη οροφή βρίσκεται εκεί, πάνω της, μέχρι αυτή να συνθλιβεί όπως ένα έντομο κάτω από μια πλάκα στερεοσκοπικού μικροσκόπιου.

Γυναίκα
Η Linda ωστόσο έκανε αυτό που αμέτρητες γυναίκες έπρεπε να κάνουν σε όλη την Ιστορία της ανθρωπότητας: προσαρμόστηκε.
Η ιστορία της Linda δεν είναι η ιστορία μιας ταπείνωσης, αλλά η ιστορία μιας επανεφεύρεσης.
Linda σημαίνει Γυναίκα, με κεφαλαίο «Γ». Μία λέξη με πολλές σημασίες, αλλά και πολλούς ρόλους: σύζυγος, μητέρα, δυναμική γυναίκα, επιτυχημένη επαγγελματίας και όχι μόνο… Η γυναικεία φύση είναι ακούραστη: εξελίσσεται και προσαρμόζεται συνεχώς, κερδίζοντας με αγώνα και υπομονή τη θέση που δικαιωματικά της ανήκει.
Η Linda δεν είναι απλώς μια ηρωίδα, αλλά μια υπενθύμιση ότι η γυναίκα μπορεί να κάνει τα πάντα: να προχωρήσει άφοβα μπροστά ή και να κάνει πίσω όπου χρειάζεται. Να ζήσει μόνη ή να δώσει τέλος στη μοναξιά, να αναλάβει μια θέση ισχύος ή να παραιτηθεί από αυτή, θέλοντας να κάνει κάτι διαφορετικό στη ζωή της.
Αυτό σημαίνει Γυναίκα: προσαρμοστικότητα. Και η προσαρμοστικότητα είναι εφικτή μόνον όταν συνδυάζεται με ανεξαρτησία.
Ο ρόλος αυτός αποτελεί τεράστια ερμηνευτική πρόκληση για κάθε ηθοποιό. Κατά έναν παράξενο τρόπο, η ερμηνεία της Μυρτώς Αλικάκη η οποία σημειωτέον δείχνει πλήρως ενταγμένη στην ομάδα ΝΑΜΑ, ξεπερνά τα όρια του φύλου, κινείται μεταξύ τρέλας και λογικής, θυμού και τρυφερότητας, δύναμης και αδυναμίας.
Τοπίο βίας
Ένα τοπίο βίας και σκληρότητας όπου ο πόλεμος ανταγωνίζεται την ειρήνη, ο καθαρός λόγος τον παράλογο, το φως το σκοτάδι, η ευγένεια τη βαρβαρότητα, η αγάπη το μίσος.
Τεράστιο το δραματικό φάσμα του έργου. Η Linda είναι η 55χρονη γυναίκα που βλέπεις να κλείνει εξαντλημένη τα μάτια στη γωνία μιας πόρτας ή η ταλαιπωρημένη γειτόνισσα και ενδεχομένως κατάκοπη μητέρα που διασχίζεις τον δρόμο για να την αποφύγεις.
Σε αυτή την καινούργια παράσταση από την Ομάδα Νάμα, στον τόσο ζεστής οικειότητας χώρο του θεάτρου Επί Κολωνώ, η Linda είναι παντού, ακόμη και αν δεν την προσέχουμε.
Όλοι την απογοητεύουμε, όπως ακριβώς την απογοητεύουν οι δομές του κράτους και ο πρόεδρος της εταιρείας, λόγω έλλειψης ορατότητας (Being Invisible) ή σφαλμάτων αυτογνωσίας και λανθασμένης στρατηγικής προσέγγισης.
Η συγγραφέας περιγράφει με ανατριχιαστική ακρίβεια πώς μια γυναίκα εξέρχεται βίαια από ένα μικρόκοσμο γεμάτο αυταπάτες, για να ανακαλύψει με τρόπο οδυνηρό την τραγική του ουσία.

Η Ελένη Σκότη
Από την πλευρά της η σκηνοθέτις Ελένη Σκότη προσφέρει στον θεατή μια αξιοθαύμαστη δουλειά, τόσο φλογερή και παθιασμένη που πετυχαίνει την ολιστική διέγερση αισθήσεων, συναισθημάτων, σκέψεων και εντυπώσεων. Κυριολεκτικά συν-κλονίζει.
Η Ελένη Σκότη κι αυτή τη φορά ξεπέρασε τον εαυτό της και μας χάρισε με απίστευτη γενναιοδωρία μία ανεπανάληπτη εμπειρία την οποία θα κουβαλάμε μέσα μας για καιρό.
Η “Linda” της Penelope Skinner αποτελεί ένα συναρπαστικό, αν και μερικές φορές χαοτικό, πορτρέτο της σύγχρονης γυναίκας, η οποία παγιδεύεται ανάμεσα σε ανέφικτες προσδοκίες και έναν κόσμο που γρήγορα την προσπερνά.
Το έργο θέτει καίρια ερωτήματα για τον ηλικιακό ρατσισμό, τον σεξισμό, τις κακοποιητικές επαγγελματικές συμπεριφορές και τα ενδοοικογενειακά προβλήματα. Η κεντρική ιδέα της “αορατότητας” των γυναικών μέσης ηλικίας είναι δυνατή και εξαιρετικά επίκαιρη.
Το κόστος της «επιτυχίας»
Συνοπτικά, η “Linda” είναι ένα παθιασμένο έργο που προσφέρει μια ισχυρή και διεισδυτική ματιά στις πιέσεις που υφίστανται οι γυναίκες σε έναν κόσμο ο οποίος τις θέλει αέναα νέες και επιτυχημένες. Είναι μια παράσταση που προβληματίζει και κινητοποιεί, αφήνοντας το κοινό να αναρωτιέται για το πραγματικό κόστος της “επιτυχίας”.
Γραφή θεατρικά αιχμηρή, με καυστικό βρετανικό χιούμορ και με μια πλοκή με χαρακτηριστικά θρίλερ, που δεν εστιάζει μόνο στις δυσκολίες μίας γυναίκας να πετύχει και να επιβιώσει. Στις δυσκολίες δηλαδή που ορθώνουν ο σεξισμός, τα ταμπού της ηλικίας, της ομορφιάς, της οικονομικής ανεξαρτησίας.
Από την πλευρά της η σκηνοθεσία συνέθεσε ένα έργο που αφορά όλους όσοι προσπαθούν να ανταποκριθούν στις κοινωνικές επιταγές και να βρουν την «ευτυχία» μέσα σε μια αμείλικτη πραγματικότητα.
Ένα σύμπαν όπου οι άνθρωποι αντιμετωπίζονται σαν εξαρτήματα μιας απάνθρωπης παραγωγικής διαδικασίας και όπου θα αντικατασταθούν όταν αρχίσουν να «παλιώνουν».
Μια κραυγή αγωνίας για τους ανθρώπους που μεγαλώνοντας γίνονται αόρατοι, χάνουν τη δύναμη της φωνής τους και συνειδητοποιούν τον χαμένο χρόνο αλλά και τη ματαιότητα της διαδρομής τους.
Η γυναίκα Ληρ
Η γυναίκα Ληρ πολιορκείται σε όλα τα μέτωπα. Δεν υπάρχουν οι κόρες του Ληρ, υπάρχουν όμως ματαιόδοξοι και ισχυροί άντρες κοντά της, και νέες και φιλόδοξες γυναίκες που αναρριχώνται προς το μέρος της.

Οι ερμηνείες
Αρχικά η Ηρώ Πεκτέση είναι μια ηθοποιός νέα αλλά έμπειρη. Ιδιαίτερα διακριτή στο ρόλο της αντιπαθέστατης, σκοτεινής, ανταγωνισικής συναδέλφου Έιμι. Ως ηθοποιός καταφέρνει να αξιοποιήσει τα λάθη, τα διλήμματα και τις απωθημένες επιθυμίες της ενώ τα συμπλέκει με διαύγεια, τα ποτίζει με χιούμορ, τα εμπλουτίζει με λεπτομέρειες. Απόλυτα αποκρουστική ως η νέα εγκέφαλος της καμπάνιας «Hi Beauty», υπόσχεται να ακυρώσει όλα τα επαγγελματικά επιτεύγματα της Λίντα. Μετέφερε την ένταση του έργου με ακρίβεια και συνέπεια, δίνοντας στον θεατή τη δυνατότητα να παρακολουθήσει τη διαδρομή του ρόλου με αίσθηση συμμετοχής. Η σκηνική παρουσία της αναδεικνύει τη δυναμική αντίθεση μεταξύ των δύο χαρακτήρων και την κλιμακούμενη ένταση της αφήγησης.
Η κόρη της, η Alice (Μαριέλα Δουμπού), έχει μάθει με τον πιο σκληρό τρόπο ότι ένας κόσμος εκδικητικών, ανάλγητων ανθρώπων μπορεί να καταστρέψει τις ελπίδες σου για το μέλλον με το πάτημα ενός κένσορα, αφού προσωπικές φωτογραφίες της κοινοποιούνται στους συμμαθητές της, αλλά η Linda όπως δεν βλέπει τα σαγόνια της παγίδας στην οποία έχει παγιδευτεί απελπιστικά η ίδια, δεν βλέπει και ότι η κόρη της είναι ήδη τραυματισμένη και αιμορραγεί.
Οι Άλκης Κούρκουλος (επί οθόνης), Μιχάλης Μαρκάτης, Χριστίνα Μαριάνου, Γιώργος Σαββίδης, Μαριέλα Δουμπού συμπλήρωσαν έναν δεμένο και καλολαξευμένο θίασο χαρισματικών ερμηνευτών, δημιουργώντας ένα σκηνικό επίτευγμα, με απλότητα και ψυχή.

Οι συντελεστές
Μουσική, φωτισμοί, σκηνικά και κοστούμια συνεργάζονται οργανικά και αρμονικά για να δημιουργήσουν έναν κόσμο πραγματικό και ταυτόχρονα συμβολικό. Η μουσική του Αντώνη Παπακωνσταντίνου ενισχύει την αίσθηση της απειλής και της πίεσης, οι φωτισμοί του Αντώνη Παναγιωτόπουλου διαμορφώνουν σκιές και γωνίες που αιχμαλωτίζουν το βλέμμα και η ενδυματολογία της Μαρίας Αναματερού στήνει χώρους και αντικείμενα που γίνονται σύμβολα μιας κατάστασης εγκλεισμού και ψυχολογικής έντασης.
Η παραγωγή του θεάτρου Επί Κολωνώ είναι εξαιρετική, αξιοποιώντας τέλεια τα εκθαμβωτικά σκηνικά του Γιώργου Χατζηνικολάου, μια άψογη κατασκευή από χρώμιο, γυαλί και έντονα λευκά πάνελ.
Σε ένα σκηνικό, που υψώνεται σαν κύμα πορσελάνης πάνω από μια μαύρη λίμνη, το έργο αναδιατυπώνει την πτώση ενός μεγάλου ηγέτη ως την αποσύνθεση μιας επιτυχημένης γυναίκας.
Η Λίντα είναι ο Ληρ της αίθουσας συνεδριάσεων, αρχηγός της οικιακής σφαίρας και ζωντανή απόδειξη ότι ακόμη και στη σκιά της πατριαρχίας, μια γυναίκα μπορεί ακόμα να τα έχει όλα. Φυσικά και δεν μπορεί, και δεν τα έχει, καθώς η συγγραφέας ιχνηλατεί την αποσύνθεσή της και την κατάρρευση της οικογένειάς της με ζωηρές πινελιές και απότομες κινήσεις, περιστασιακά πιάνοντας το στοιχειώδες, αποκαλύπτοντας συχνά οδυνηρές αλήθειες, αλλά μιλάει επίσης με μια αμεσότητα που αγγίζει τα όρια του αδέξιου.
Τι συμβαίνει όταν όλα όσα πίστευες καταρρέουν; Όταν η ίδια σου η ύπαρξη συντρίβεται μπροστά στα μάτια σου; Η παράσταση της ομάδας ΝΑΜΑ σε γραπώνει και σε συγκλονίζει. Καρπός έντονης εμπειρίας ζωής που έχει χτυπήσει φλέβα γνήσιου συναισθήματος.
Πηγή: Ειρήνη Αϊβαλιώτου, catisart, 22/12/2025




