Η Ελένη Σκότη μιλάει για «Το Ψέμα του Μυαλού» του Σαμ Σέπαρντ, η αρρώστια μιας έφηβης Αμερικής που η αλήθεια της γίνεται επικίνδυνη

  • αρχική
  • |
  • νέα & κριτικές
  • |
  • Η Ελένη Σκότη μιλάει για «Το Ψέμα του Μυαλού» του Σαμ Σέπαρντ, η αρρώστια μιας έφηβης Αμερικής που η αλήθεια της γίνεται επικίνδυνη

1 Φεβ, 2026 | @, άρθρα

Η Ελένη Σκότη μιλάει για «Το Ψέμα του Μυαλού» του Σαμ Σέπαρντ, η αρρώστια μιας έφηβης Αμερικής που η αλήθεια της γίνεται επικίνδυνη

  • αρχική
  • |
  • νέα & κριτικές
  • |
  • Η Ελένη Σκότη μιλάει για «Το Ψέμα του Μυαλού» του Σαμ Σέπαρντ, η αρρώστια μιας έφηβης Αμερικής που η αλήθεια της γίνεται επικίνδυνη

1 Φεβ, 2026 | @, άρθρα

Η Ελένη Σκότη επιστρέφει στον Σέπαρντ που τόσο αγαπά με ένα έργο του που «ήρθε η στιγμή του». Συνομιλήσαμε για τα fake news, για τον πρόεδρο Τραμπ, για την «έφηβη» Αμερική, για τον φόβο που παραλύει και για το ψέμα που γίνεται προσωπική αλήθεια.

Τι συμβαίνει όταν η πραγματικότητα γίνεται τόσο θολή, ώστε η αλήθεια να μοιάζει απλώς με μια ακόμα εκδοχή ψέματος; Στο «Ψέμα του Μυαλού» του Σαμ Σέπαρντ, η διάλυση της μνήμης, η κανονικότητα της βίας και ο φόβος ως εργαλείο συνθέτουν ένα εφιαλτικό οικογενειακό τοπίο που μοιάζει ανατριχιαστικά οικείο. Η Ελένη Σκότη επιστρέφει στον Σέπαρντ που τόσο αγαπά με ένα έργο του που «ήρθε η στιγμή του». Συνομιλήσαμε για τα fake news, για τον πρόεδρο Τραμπ, για την «έφηβη» Αμερική, για τον φόβο που παραλύει και για το ψέμα που γίνεται προσωπική αλήθεια. Η Ελένη Σκότη μεγάλωσε στην Αμερική και μπορεί να συνδέσει τον κόσμο του έργου του Σαμ Σέπαρντ με τη σημερινή πολιτική και κοινωνική πραγματικότητα δίχως υπεκφυγές και ωραιοποιήσεις.

Από τον τίτλο ξεκινάει η κουβέντα, «Το Ψέμα του Μυαλού» του Σαμ Σέπαρντ.

Η κουβέντα πιστεύω μπορεί να ξεκινήσει από τον τίτλο «Το Ψέμα του Μυαλού». Σήμερα το ψέμα που κυκλοφορεί μέσα από τα fake news είναι περισσότερο από ποτέ, είναι κάτι που το συζητάμε. Δεν ξέρουμε από πού να πιαστούμε, τι να πιστέψουμε. Η υπερπληροφόρηση και η καχυποψία συνυπάρχουν, η αλήθεια δεν χάνεται επειδή δεν υπάρχει, αλλά επειδή γίνεται αμφισβητήσιμη. Αυτό είναι το τρελό της υπόθεσης, ότι έχουμε πολλή πληροφορία για πάρα πολλά πράγματα. Θα ακούσεις από χιλιάδες οπτικές τι έχει συμβεί για το ίδιο γεγονός και, ενώ κατά βάθος ξέρεις ποια είναι η αλήθεια, λες μήπως είναι και αλλιώς; Εκεί, το μυαλό αρχίζει να τα χάνει και αμφιβάλλεις και μπαίνεις σε μία κατάσταση συνωμοσιολογίας ότι παίζονται κι άλλα παιχνίδια και το πού είναι η αλήθεια και πού είναι το ψέμα θολώνει.

Υπάρχει όμως το ένστικτο και η διασταύρωση.

Αλλά πώς την αποκωδικοποιούμε πολλές φορές την πληροφορία; Υπάρχουν ένστικτα και το βασικό ένστικτο που έχει ο άνθρωπος είναι ο φόβος. Φοβόμαστε κι όταν φοβόμαστε το μυαλό πολλές φορές θολώνει. Όταν φοβόμαστε μπαίνουμε σε ένα πλαίσιο πολλές φορές πανικού. Κάνουμε παρορμητικές κινήσεις και πολλοί άνθρωποι εκμεταλλεύονται τον φόβο μας. Θολώνουν την εικόνα για το ποια θα ήταν η σωστή κίνηση οπότε το ένστικτο πολλές φορές μπορεί να μας καθοδηγήσει ή να μας πει ότι κάτι δεν πάει καλά εδώ. Αλλά το πώς θα το εκμεταλλευτεί κάποιος το ένστικτο και τον φόβο; Ναι, έχουμε το ένστικτο αλλά ο φόβος μπορεί να γίνει εργαλείο χειραγώγησης ή και πολιτικό όπλο.

Έχουμε έναν πρόεδρο στην Αμερική που νομίζει ότι κυβερνάει τον πλανήτη, έχει κι αυτός μια ψευδαίσθηση στο μυαλό του και μας καθοδηγεί με τον φόβο.

Εκμεταλλεύεται σίγουρα έναν λαό στην Αμερική μέσα από τον φόβο. Ναι, αυτό κάνει. Είναι πανέξυπνος, εκμεταλλευτής, νάρκισσος. Με παθολογική έννοια νάρκισσος που εκμεταλλεύεται την εξουσία και κυβερνά φασιστικά. Αυτό είναι το τρομακτικό στην Αμερική, τον ψηφίσανε ξανά και εκμεταλλεύεται και πάλι τον φόβο. Και για να καταλήξουμε στο έργο μας, αυτοί που τον ψήφισαν κυρίως άμα το καλοσκεφτείς είναι η αρκετά συντηρητική Αμερική. Είναι η middle America στο Μidwest, είναι λευκοί και ας μου επιτραπεί, άντρες, γιατί είναι πολύ πατριαρχικό το όλο πλαίσιο εκεί. Άντρες χωρίς δουλειά που νιώθουν φόβο για το μέλλον τους σε μια Αμερική που τους είχανε παραμελήσει. Θα το αποδεχτώ ως δημοκράτης, γιατί εγώ ψηφίζω στην Αμερική και δεν δίνανε αρκετά σημασία σε αυτούς τους ανθρώπους που δεν είχαν δουλειά. Άνεργοι άντρες που έχουν ένα φόβο του ότι έρχονται όλοι αυτοί οι ξένοι στη χώρα μας και θα μας πάρουν τις δουλειές. Είμαστε φοβερή χώρα σε όλο τον πλανήτη και βοηθάμε όλες τις ξένες χώρες. Αυτό εκμεταλλεύεται ο Τραμπ και γι’ αυτό μπήκαν στο Καπιτώλιο με τα κέρατα όλοι αυτοί. Ποιοι ήταν όλοι αυτοί που ξεφύτρωσαν από το Μidwest; Είναι οι άνθρωποι του Σαμ Σέπαρντ. Είναι αυτοί, είναι αυτές οι δυσλειτουργικές οικογένειες που έχουν ρίζες από πολύ παλιά και θεωρούν τον εαυτό τους καουμπόηδες, τους true Americans.

Tα είχε πει ο Σέπαρντ, μας είχε προειδοποιήσει.

Αυτός ήταν ποιητής, ήταν οραματιστής. Ήξερε πάρα πολύ καλά τι έλεγε για την Αμερική, αυτός είχε ένστικτο! Κυριολεκτικά είχε το ένστικτο της Αμερικής, γιατί το έζησε και αυτός, η οικογένειά του ήτανε δυσλειτουργική. Ο Σαμ Σέπαρντ μεγάλωσε μέσα σε αυτήν την Αμερική, ήτανε πολύ ευαίσθητο παιδί, είχε την ικανότητα να κρατήσει τις αποστάσεις του και να γράψει γι’ αυτό το φαινόμενο. Γι’ αυτή την Αμερική τη δυσλειτουργική, την άρρωστη Αμερική, την Αμερική που δεν έχει ρίζες ουσιαστικά. Μια Αμερική που χάνεται, που δεν μπορεί να ενώσει τα στοιχεία του παρελθόντος της, γιατί δεν έχει ένα ουσιαστικό παρελθόν η Αμερική από τη βάση της. Τι είναι η Αμερική; Πόσα χρόνια υπάρχει η Αμερική; Κλείνει φέτος τα 250 χρόνια από την ίδρυση της ανεξαρτησίας της και έχει τις ρίζες της από την Ευρώπη.

H ταυτότητα του λαού ουσιαστικά δεν έχει ακόμα βρεθεί ή έχει εντελώς χαθεί.

Δεν υπάρχει μια ουσιαστική ταυτότητα και αυτό είναι το τραγικό. Ο Σέπαρντ αγαπούσε την Αμερική, δεν είναι ότι δεν την αγαπάει και μεγάλωσε σε μια εποχή που υπήρχαν πολλά ωραία πράγματα, στα 60s υπήρχαν κινήματα, υπήρχαν φωνές, υπήρχε πολλή ελευθερία. Αυτό είναι το οξύμωρο και το τρελό με το «αμερικανικό όνειρο» γιατί και γι’ αυτό μιλάει ο Σέπαρντ. Εν μέρει το «αμερικανικό όνειρο» όντως είναι μία φούσκα, πολλοί και ο Μίλερ και ο Τενεσί Ουίλλιαμς έγραφαν για αυτό το φαινόμενο του τι είναι το «αμερικανικό όνειρο». Το οξύμωρο με την Αμερική είναι ότι μπορούμε εύκολα να την κατηγορήσουμε για τη σημερινή Αμερική, αλλά αν το σκεφτούμε αλλιώς η Αμερική δεν έχει ρίζες και ηλικιακά είναι έφηβος. Αν το δούμε έτσι έχουμε να κάνουμε με μία έφηβη χώρα που η Ευρώπη είναι οι παππούδες της. Είναι οι πιο μεγάλοι, είναι οι ώριμοι. Είναι λίγο πιο αργό το όλο σύστημα, θα το σκεφτεί δύο και τρεις φορές μέχρι να πάρει την απόφαση. Η Αμερική από την άλλη δεν έχει αυτό τού «να το σκεφτώ» γίνεται πιο παρορμητική. Έχει το «θέλω να το κάνω τώρα», είναι μια χώρα σε εφηβική κατάσταση και αυτό έχει τα καλά του και τα κακά του. Ο έφηβος έχει έναν παρορμητισμό, θα πάρει το ρίσκο θα δοκιμάσει καινούργια πράγματα. Αρκετά κινήματα για τα ανθρώπινα δικαιώματα από την Αμερική ξεκίνησαν. Ένας έφηβος μπορεί να ‘χει πολύ ανοιχτό μυαλό, αν όμως δεν έχει από κάτω ρίζες, είναι επιφανειακό, δεν έχει βάθος, δεν έχει ωριμότητα. Αυτό το «Το θέλω τώρα! Τι να περιμένω;» γίνεται «Έλα, πάμε να βομβαρδίσουμε».

Επίκαιρο έργο διάλεξες τελικά.

Νομίζω ναι, γιατί παρουσιάζει οικογένειες που τα παιδιά είναι σαραντάρηδες. Σαράντα χρονών στην Αμερική θεωρείσαι πολύ μεγάλος. Ας πούμε εδώ στην Ελλάδα ο σαραντάρης μπορεί ακόμη να ζει σπίτι με τους γονείς του, στην Αμερική στα δεκαοχτώ τούς διώχνουν απ’ το σπίτι. Στο έργο βλέπουμε μια κατάσταση με σαραντάρηδες που είναι στα σπίτια των γονιών τους. Ακόμη και οι γονείς πλέον είναι έφηβοι, είναι παιδιά, άρρωστα παιδιά, είναι όλοι τους άρρωστοι και το ψέμα του μυαλού μπαίνει στο μυαλό του καθενός. Ο Σέπαρντ κάνει κάτι φοβερό, παίζει με το μυαλό του καθενός με διαφορετικό τρόπο. Η Μπεθ ας πούμε έχει χτυπηθεί από το αγόρι της τον Τζέικ και έχει πάθει εγκεφαλική βλάβη. Όλοι οι υπόλοιποι έχουν και αυτοί διάφορα κενά μνήμης, η μάνα της Μπεθ, μάλλον έχει άνοια αλλά ο Σέπαρντ δεν το κάνει και τόσο σίγουρο ξεκάθαρο. Ο Τζέικ έχει ψύχωση, δεν θυμάται τι έγινε με τον πατέρα του που είχε εμπλακεί σ’ έναν φόνο: «Πού ήμασταν τότε;», ρωτάει την αδερφή του: «Πότε έγινε αυτό;». Οι δυο μανάδες δεν θυμούνται με ποια παιδιά παντρεύτηκαν τα παιδιά τους.

Ξεκινώντας η παράσταση, γνωρίζω ότι θα δω μια πλήρως δυσλειτουργική οικογένεια.

Ναι, από την πρώτη στιγμή αυτή η οικογένεια είναι δυσλειτουργική. Αυτή η δυσλειτουργία είναι η κανονική τους λειτουργία και αυτό είναι το ωραίο με τον Σέπαρντ ότι παίζει πάντα «στα κόκκινα». Η δυσλειτουργία όμως μέσα σε αυτή την κατάσταση του κόκκινου δεν σημαίνει να ουρλιάζουν οι ήρωες, αλλά όλο αυτό είναι υπόγειο.

Αυτό το υπόγειο ως σκηνοθέτιδα, αυτή τη δυσλειτουργία πώς τη διαχειρίστηκες, είναι κάτι που κλιμακώνεται στην παράσταση;

Τα άλλα έργα του, ας πούμε το Fool For Love (Τρελός για Έρωτα) που εγώ το είδα στη Νέα Υόρκη και ήταν μάλλον η πιο συγκλονιστική θεατρική εμπειρία της ζωής μου, μέχρι τώρα το θυμάμαι. Τελείωσε η παράσταση και ήταν οι ηθοποιοί ιδρωμένοι πάνω στη σκηνή βαριανάσαιναν σαν ζώα κι ήμασταν 500 άτομα στην αίθουσα. Όταν τελείωσε η παράσταση υπήρξε σιωπή. Δεν χειροκροτούσε κανείς, οι ηθοποιοί μάς κοίταζαν και ξαφνικά χειροκροτά ένας, τότε όλοι σηκωθήκαμε όρθιοι και για πέντε λεπτά λέγαμε μπράβο. Η παράσταση ήταν πολύ έντονη, το Fool For Love είναι όλο σωματικό πάνω στη σκηνή. Το έργο μας επειδή έχει να κάνει με το μυαλό, «Το Ψέμα του Μυαλού» έχει βία, έχει αρκετές εκρήξεις, αλλά είναι όλο πιο υπόγειο.

Υποδόριο…

Η βία είναι κανονικότητα. Αυτή η δυσλειτουργία είναι λειτουργία, είναι φυσιολογική. Μιλάω πιο πολύ και για τη δυσλειτουργία ως αρρώστια. Η βία, το ψέμα πλέον έχουν διαστρεβλώσει την πραγματικότητα και είναι όλα παραμορφωμένα. Γι’ αυτό είπα πριν ότι η αλήθεια είναι παραμορφωμένη. Βλέπεις τον πρόεδρο των ΗΠΑ να μιλάει, να κουνάει το δάχτυλο, να λέει ψέματα στα μούτρα τους κι όλοι τον παρακολουθούν υπνωτισμένοι. Αυτή η αρρώστια και αυτό που συμβαίνει σήμερα αντιπροσωπεύει για μένα όλη την Αμερική, που έβραζε από πριν αλλά πια ήρθαν όλα στην επιφάνεια.

Εσύ γνωρίζεις κιόλας την Αμερική.

Εγώ είμαι το αποτέλεσμα του «αμερικανικού ονείρου» σαν οικογένεια. Ήταν μετανάστες ο παππούς και η γιαγιά μου, δουλεύανε σε εστιατόρια. Ο πατέρας μου μπήκε στο Χάρβαρντ, έγινε πρέσβης. Είμαστε ένα παράδειγμα του «αμερικανικού ονείρου».

Άρα κατανοείς ακόμα περισσότερο τα μηνύματα του Σαμ Σέπαρντ.

Είναι μεγάλη μου χαρά που ανεβάζω «Το Ψέμα του Μυαλού», είναι ένα έργο που ήθελα να το ανεβάσω από μικρή. Τον Σέπαρντ τον λατρεύω και από μικρή τον παρακολουθούσα, γιατί είναι ένας συγγραφέας που με ακουμπάει πολύ.

Υπήρχε μέσα σου ο φόβος ότι ο Σέπαρντ είναι «πολύ μακριά» από εμάς εδώ στην Ελλάδα;

Πιστεύω ότι αυτή τη στιγμή είναι η ώρα του. Στην Ελλάδα έχουμε ξανά ανεβάσει Σέπαρντ ως ομάδα Νάμα στο παρελθόν, την Κατάρα των Πεινασμένων στο Επί Κολωνώ. Έχουν ανεβάσει και άλλοι τα έργα του, ο Σέπαρντ ασχολιόταν με το θέμα της οικογένειας στα Burned Child (Θαμμένο Παιδί) και True West, μέσα σε αυτό ανήκει και «Το Ψέμα του Μυαλού» που γράφτηκε το 1985. Αυτό το έργο ήταν το τελευταίο του για την οικογένεια και έμπαινε πιο πολύ στον ρεαλισμό. Πριν από αυτό ήταν πολύ πιο επηρεασμένος από τον Μπέκετ. Δούλευε πιο πολύ τον σουρεαλισμό και τους υπαρξιακούς προβληματισμούς. Σε αυτά τα έργα έχει κρατήσει το σουρεάλ κομμάτι, έχει δώσει μία ποιητική διάσταση αλλά με έναν άγριο ρεαλισμό μέσα. Μιλάει για την Άγρια Δύση, μιλάει για αυτούς τους ανθρώπους που είναι στο midwest. Μπορεί να υπάρχει η σκέψη ότι τα έργα του Σέπαρντ δεν θα έχουν μεγάλη απήχηση. Να το βλέπουν οι θεατές και να λένε «είναι Αμερική μωρέ, είναι πολύ μακριά». Δεν πιστεύω ότι δεν μπορούμε να ταυτιστούμε τόσο πολύ εδώ με αυτόν τον συγγραφέα. Να το πω αλλιώς, ας πούμε αν το ανέβαζα στην Αμερική θα είχε μεγάλη απήχηση αυτό το θέμα πάρα πολύ. Όμως το δικό μου ένστικτο, που ελπίζω αυτό το ένστικτο να μην γίνει πραγματικότητα, ο φόβος μου, ότι αυτό το τσουνάμι που γίνεται στην Αμερική τώρα δεν αφορά μόνο την Αμερική, είναι παγκόσμιο. Το πρόσωπο της Αμερικής αλλάζει και γίνεται ένα φασιστικό καθεστώς που θα έχει μεγάλες επιπτώσεις και σε εμάς εδώ στην Ευρώπη, όπου ήδη ο φασισμός, η ακροδεξιά, ο εθνικισμός έχουν σηκώσει κεφάλι. Οπότε αυτό το έργο για μένα σήμερα, αυτό το ψέμα του μυαλού, ναι μεν είναι στην Αμερική, αλλά αυτό το ψέμα που μιλάει για το αμερικανικό όνειρο, το ψέμα σε όλες τις εκφάνσεις του, για ρίζες, ταυτότητες αλλά και το ψέμα το έχουμε αφήσει να μας επηρεάσει. Είμαστε επηρεασμένοι, θέλουμε δεν θέλουμε από την Αμερική εδώ και πάρα πολλά χρόνια όχι μόνο στην Ελλάδα αλλά και την Ευρώπη. Έχουμε επηρεαστεί από την Αμερική στα πάντα, από τα ρούχα που φοράμε μέχρι τον τρόπο που σκεφτόμαστε μέσω των media.

Ποιες ήταν οι προκλήσεις σκηνοθετικά, έχεις οκτώ ηθοποιούς επί σκηνής σε δυο σπίτια και παράλληλες δράσεις.

Ήταν πρόκληση για μένα αυτό το έργο. Έχω δυο σπίτια, δυο οικογένειες ταυτόχρονα πάνω στη σκηνή όλη την ώρα. Δεν είναι μια τακτοποιημένη, γραμμική αφήγηση. Είναι ένα έργο άτακτο, αναρχικό, ονειρικό και μαζί εφιαλτικό. Ναι μεν το παίξιμο έχει έναν ρεαλισμό, αλλά σε αυτό το έργο έχει πάρει αρκετά μία ποιητική διάσταση. Έχω αρκετά σουρεάλ στοιχεία μέσα σε αυτό το έργο, γιατί είναι δύο σπίτια ταυτόχρονα πάνω στη σκηνή όλη την ώρα. Ήταν ουσιαστικά σαν να σκηνοθετούσα δύο έργα ταυτόχρονα και είχα πολύ καλή βοήθεια από τη Μαργαρίτα Τρίκκα που ήταν βοηθός σε αυτό με την κίνηση. Σκηνοθετικά δεν κάνω μεταμοντέρνο θέατρο, αλλά ο Σέπαρντ μου το επιτρέπει και χαίρομαι, γιατί με βοηθάει να φύγω λίγο από το τακτοποιημένο. Έχει μία πλοκή που θα την παρακολουθείς, αλλά όταν τελειώνει δεν είναι σίγουρα τίποτα. Αποδομεί τον ρεαλισμό με έναν ωραίο τρόπο σε αυτό το έργο.

Υπάρχει κάποια φράση από το έργο που προσωπικά σε αγγίζει, που παίζει λίγο με το ψέμα του δικού σου του μυαλού;

Ίσως έχει να κάνει με τον φόβο όταν λέει η Μπεθ: «Γιατί νιώθω αυτό το κενό; Γιατί αισθάνομαι αυτό το κενό;». Ο φόβος πολλές φορές μας κάνει να νιώθουμε ότι δεν μπορούμε να κινηθούμε, μας παραλύει. Όταν ζούμε ένα ψέμα για πολύ καιρό και ξαφνικά το αντιμετωπίζουμε και το βλέπουμε κατάματα μας παραλύει. Είμαστε μέσα σε αυτό το ψέμα μέρος του. Βλέπουμε την αλήθεια και παθαίνουμε σοκ. Σκεφτόμαστε: «Γιατί το νιώθω αυτό τώρα; Αυτό το πράγμα, αυτό το κενό; Δεν μπορώ να κινηθώ. Δεν μπορώ να αντιδράσω σε αυτό. Με παραλύει».

Το κενό είναι αυτά τα κενά της μνήμης των χαρακτήρων;

Το κάνει επίτηδες ο Σέπαρντ αυτό, να μην έχουνε μνήμη αυτοί οι άνθρωποι και αυτό κάνει και το έργο να έχει πάρα πολύ χιούμορ. Ένα πολύ έντονο χιούμορ άρρωστο, επειδή η βία είναι νομιμοποιημένη, οι αντιδράσεις τους είναι παράλογες, γιατί ζούνε όλοι μέσα σε ένα ψέμα. Ο κάθε χαρακτήρας ζει μόνος του, ζει το δικό του ψέμα και τη δική του αλήθεια. «Ποια είναι η αλήθεια σου; Είναι το ψέμα μου». Οπότε ο καθένας ζει τη δική του αλήθεια παύλα ψέμα. Όλοι μόνοι τους, νησίδες, σαν νησιά κανείς δεν επικοινωνεί με κανέναν άλλον. Και αυτή η μη επικοινωνία δημιουργεί τη βία, τον φόβο, τη μη σύνδεση και στο τέλος το κωμικό. Γιατί ο ένας αγνοεί την ανάγκη του άλλου και μέσα σ’ όλο αυτό κατά βάθος υπάρχει ένα τεράστιο κενό που νιώθουν όλοι αυτοί οι χαρακτήρες. Γιατί κατά βάθος τι θέλουμε όλοι; Θέλουμε σύνδεση, θέλουμε κατανόηση, θέλουμε την αλήθεια, όχι το ψέμα.

Ναι, και μια αγκαλιά.

Μια μεγάλη τεράστια αγκαλιά αγάπης, αυτό. Ακριβώς, αυτό και εδώ δεν υπάρχει. Υπάρχει πολύς φόβος. Ο καθένας είναι μόνος του και απεγνωσμένα προσπαθεί να επιβιώσει με τη δική του ψευδαίσθηση. Με τη δική του ιστορία, με τη δική του αφήγηση που δεν ακουμπάει κανέναν άλλον.

Πώς νιώθεις ελάχιστες μέρες πριν την πρεμιέρα;

Νιώθω μέσα μου ότι αν ο Σέπαρντ ζούσε θα μου ‘λεγε “Υeah, you did a good thing this is it”. Ως Αμερικανίδα έχω μεγάλο θυμό για το πού έχουμε καταλήξει σαν χώρα, έχω τεράστια απογοήτευση και πόνο. Λυπάμαι για την Αμερική, γιατί την αγαπώ, προσωπικά μεγάλωσα μέσα σε αυτό το αμερικανικό όνειρο, είδα με έναν τρόπο και τα καλά του. Δεν ήταν μόνο τα κακά, αλλά βέβαια υποβόσκανε πολλά πράγματα και οι άνθρωποι δεν χορταίνουμε. Ο καπιταλισμός είναι κάτι που θέλει να τρώει, είναι άπληστος και φτάσαμε τώρα σε αυτό το σημείο που είμαστε. Λυπάμαι, έχω θυμό, απόγνωση, όπως σου είπα, αλλά ταυτόχρονα νιώθω κι αυτό το γαρνίρισμα μέσα μου που το ένστικτό μου λέει: «Ναι, ναι, ναι, αυτό το έργο θέλω να το κάνω, τώρα είναι η στιγμή του». Και πιστεύω ο Σαμ Σέπαρντ αν ήταν καουμπόι και φορούσε το καπέλο του, θα το σήκωνε, θα με κοίταζε κατάματα και θα μου έλεγε «…Το ένστικτο σου είναι καλό. Καλά έκανες που το ανέβασες τώρα αυτό το έργο».

Info παράστασης:
Το Ψέμα του Μυαλού | Σύγχρονο Θέατρο

 

Πηγή: Στέλιος Παρρής, elculture, 19/01/2026

Νεφέλη Τραγίδη