Θέατρο θέατρο
& παιδί
Μουσική Εικαστικά Σεμινάρια οι Χώροι Ομάδα ΝΑΜΑ

 

 

 

αρχική > θέατρο > Η Δύναμη του Σκότους > Κριτικές > Εφημερίδα των συντακτών/Γ.Ιωαννίδης

 
 

αγορά εισιτηρίων on line: viva.gr

 

   κρατήσεις θέσεων: 210 5138067
                                   
(στα κινητά κλήση με ένα κλικ στο νούμερο)

ΚΡΙΤΙΚΕΣ  

Η Δύναμη του Σκότους

του Λέοντα Τολστόι

σκηνοθεσία/καλλιτεχνική επιμέλεια
Ελένη Σκότη, Γιώργος Χατζηνικολάου

 

 

κάθε εβδομάδα
3 παραστάσεις:
Τετάρτη,
Σάββατο
& Κυριακή

 

 

Εφημερίδα των συντακτών, 6/11/2017, Γρηγόρης Ιωαννίδης

«Η δύναμη του σκότους» του Λέοντος Τολστόι, στο Σύγχρονο Θέατρο

 

Γραμμένο το 1886 από τον Τολστόι, η Δύναμη του Σκότους αποτελεί ένα  αγροτικό δράμα σε πέντε πράξεις, το οποίο σταδιακά λαμβάνει την μορφή της τραγωδίας  καθώς πραγματεύεται την άνοδο, ύβρη και πτώση του κεντρικού ήρωα. Πέρα από τις τεχνικές δυσκολίες στο ανέβασμά του ( η σκηνογραφία απεικονίζει λεπτομερώς  τη ρωσική ύπαιθρο –γεγονός που αργότερα ώθησε τον Στανισλάφσκι να το επικρίνει για την εξαφάνιση του νοήματος και των χαρακτήρων κάτω από τον εξωτερικό ρεαλισμό και τα πολλά αντικείμενα),  η παρουσίαση του έργου απαγορεύτηκε από τη ρωσική κυβέρνηση έως το 1902, λόγω των άθλιων συνθηκών διαβίωσης και ανέχειας των αγροτικών στρωμάτων που παρουσιάζει.

Για να είμαστε δίκαιοι, απόπειρες αυτής της έκτασης πρέπει κανονικά να κρίνονται από μόνες τους, σαν «ειδική κατηγορία». «Η δύναμη του σκότους» του Τολστόι από την άποψη της κλίμακας και της ιστορικής προοπτικής αποτελεί ένα από τα βαρύτερα και δυσχερέστερα εγχειρήματα που μπορεί να αναλάβει θίασος του ελεύθερου θεάτρου. Σε τέτοιες περιπτώσεις δεν κρίνουμε μόνο με τα μέτρα της επιτυχίας, αλλά και με τον γνώμονα της τόλμης.

Γιατί δίπλα στο ανέβασμα ενός αληθινά μεγάλου έργου, έρχεται το βάρος μιας θεατρικής παράδοσης, που συνέδεσε το έργο με ορισμένες από τις ιστορικότερες αποτυχίες του νέου αιώνα. Κάπου στα χρονικά του, ο Στανισλάφσκι καταγράφει λεπτομερώς τη δική του αποτυχία - ο νατουραλισμός, τελικώς κατανόησε, σε αυτό το έργο δεν μπορεί να κατακτηθεί με εξωτερικά τερτίπια. Μονάχα εσωτερικά, με αγώνα.

Την ίδια εποχή ο άλλος στυλίτης της πρωτοπορίας, ο Αντουάν, είχε ήδη φτάσει στις δικές του ακρότητες, με αφορμή τον ίδιο αχυρώνα (όπου διαδραματίζεται η «Δύναμη»), δείχνοντας περισσότερο την πίστη του στο περιβάλλον του έργου, παρά υπερασπιζόμενος αληθινά την πραγμάτωσή του. Και έπειτα από μερικές δεκαετίες, τα ίδια πάλι: ο Πισκάτορ και ο Μεσοπόλεμος διεκδίκησαν τότε για λογαριασμό του γερμανικού εξπρεσιονισμού τον τολστοϊκό ζόφο, απορώντας για μια ακόμη φορά και για λογαριασμό μας…

Η αλήθεια είναι ότι όπως συμβαίνει συχνά και με τον Μπρεχτ, οι περισσότεροι από τους σκηνοθέτες γοητεύτηκαν τόσο από το «Σκοτάδι», ώστε λησμόνησαν τον συγγραφέα του. Με αφορμή μια αληθινή υπόθεση που είχε στις μέρες του συγκλονίσει την κοινή γνώμη, ο Τολστόι κατέθεσε κάτι περισσότερο από ένα νατουραλιστικό έργο.

Μια κατά βάθος αλληγορία της δικής του πνευματικής κρίσης, του δικού του μυστικισμού, της θέσης του για τη μετάνοια και άρνηση κάθε βίας. Με άλλα λόγια, στο κέντρο του έργου τίθεται το παράδειγμα μιας κοινωνίας που μακριά από τον Θεό καταδικάζεται σε διαρκή χορό με τον δαίμονα, σε διαρκή κατάδυση προς το Κακό, με μόνη έξοδο την ειλικρινή ταπείνωση. Η «Δύναμη» δεν ανήκει μόνο στον νατουραλισμό. Πρωτίστως ανήκει στον τολστοϊσμό.

Χωρίς αυτόν ο νατουραλισμός του έργου γίνεται μοιραία φόρμα. Ο Νικήτας είναι ένας τοπικός Καζανόβας σε κάποιο χωριό της ρωσικής στέπας, χωρίς σκέψεις για τις συνέπειες των πράξεών του. Με την καθοδήγηση της μητέρας του -και τη σύμπραξη των τριγύρω γυναικών- μεταβάλλει τη φυσική γοητεία του σε μοχλό κοινωνικής ανόδου αλλά και ηθικού εκφυλισμού.

Ωστόσο κάποτε όλα βρίσκουν τα όριά τους: η πρώτη αμαρτία του απέναντι στην αθώα ορφανή Μαρίνα τον βάζει σε μια διαδρομή η οποία νομοτελειακά, αναπόδραστα -και γι’ αυτό τραγικά- θα τον οδηγήσει στην αποτρόπαια πράξη της βρεφοκτονίας, πράξη μάλιστα, που όπως θέλει ο Τολστόι -έναν αιώνα πριν από τον «Σωσμένο» του Μποντ- θέλει να εκτελείται κτηνωδώς και επεισοδιακώς…

Ναι, ούτε σε αυτή τη διασκευή της Ελένης Σκότη και του Γιώργου Χατζηνικολάου εντόπισα πουθενά τον Τολστόι. Δεν την αδικώ. Πόσοι ειλικρινά μπορούν να υπερασπιστούν σήμερα τη μετάληψη της «ρωσικής συνείδησης» του 19ου αιώνα;

Η παράσταση στο Σύγχρονο, για να μην αδικηθεί, πρέπει να σταθμιστεί με τα μέτρα της εποχής: σαν μια εφαρμογή σε μια κοινωνία που έχει θέσει για οδηγό της τον κυνισμό, για κριτήριό της τον ωφελιμισμό και για μέτρο της το άηθες.

Εδώ είναι το κλειδί. Στην εκδοχή του Σύγχρονου τα πρόσωπα δεν είναι «ανήθικα»· είναι αήθη νευρόσπαστα που βυθίζονται σε έναν πολτό από πόθο, λίμπιντο, ωμότητα κι ανάγκη. Από τη νέα διασκευή λείπουν ομολογώ αρκετά: Λείπει η υπερβατική διάσταση -που στο πρωτότυπο φέρνει η (νεκρή;) Μαρίνα.

Η νότα κατάπτωσης που δίνει η (κουφή και χαζή στο πρωτότυπο) Ακουλίνα. Εδώ, ο Νικήτας είναι στην αρχή περισσότερο «γομάρι» παρά κίναιδος, και η μητέρα του συνορεύει με την παλιά «ρουφιάνα» της ηθογραφίας, παρά με τη «λαίδη Μακβέθ της στέπας», όπως ειπώθηκε κάποτε.

Ωστόσο, ακόμη κι έτσι, η τόλμη του επιχειρήματος είναι εξίσου μεγάλη: θέλει να φέρει στη σκηνή μια (σύγχρονη) κοινωνική πραγματικότητα, άγνωρη τόσο των πράξεών της όσο και της ηθικής τους βαρύτητας. Αν μη τι άλλο, η Σκότη άκουσε από τον Ρώσο δάσκαλο το πάθημά του: για να γίνει κατανοητό το έργο του Τολστόι, η πραγματικότητα πρέπει να κατακτηθεί από τα μέσα… όχι μέσω την αισθήσεων, αλλά μέσω της συναίσθησης των πραγμάτων.

Προχώρησε γι’ αυτό να κατακτήσει την πραγματικότητα του έργου με μεικτή τεχνική, με αφαίρεση κάθε περιττού, με χιούμορ και μπόλικη «χειροποίητη» θεατρικότητα (οι παλιότεροι έφεραν πιθανόν στη μνήμη τους τα επιτεύγματα της Πειραματικής Σκηνής του Εθνικού).

Ο νατουραλισμός ασφαλώς δεν παραλείπεται: συμβαίνει όμως απρόσμενα και βίαια, εκεί που τον έχεις σχεδόν ξεχάσει, σαν έκρηξη. Δείτε για παράδειγμα από τη μια τα κοστούμια και σκηνικά του Γιώργου Χατζηνικολάου: η απόλυτη δήλωση του σύγχρονου θεατρικαλισμού. Και έπειτα, ξαφνικά, αυτό το φτυάρι εμφανίζεται στη σκηνή, γρατσουνώντας και σκίζοντας το παραπέτασμα της θεατρικότητάς της. Πότε πριν είδαμε φτυάρι να λειτουργεί τόσο απόλυτα, τόσο βίαια, τόσο «πραγματικά» στο θέατρό μας;

Η κουβέντα όμως καταλήγει, όπως είναι φυσικό, στους ηθοποιούς. Νομίζω ότι ο Γιώργος Παπαγεωργίου είναι αδικημένος από την κριτική μας. Ο δικός του Νικήτας διανύει μια άγρια πορεία αυτογνωσίας κι εξιλέωσης, αληθινά σύγχρονη και συγκλονιστικά αισθητή. Η Αγορίτσα Οικονόμου παίζει τη Ματριόνα έξοχα, σαν «ρουφιάνα», δίνοντάς της πνοή και βάθος. Η Πέγκυ Τρικαλιώτη δίνει μια απολύτως σύγχρονη απόδοση της Ανίσια: βρίσκει έναν άξονα του ρόλου -τον συνεχή τρόμο- και γύρω από αυτόν κτίζει στη συνέχεια το πρόσωπό της.

Οι υπόλοιποι συγκροτούν έναν θίασο με αξιοπρόσεκτες ερμηνείες -η σφικτή διασκευή δεν τους αφήνει αρκετό χώρο για περισσότερα. Ο Μίτριτς του Γιώργου Ζιόβα και ο Πιοτρ του Μιχαήλ Γιαννικάκη, η Ακουλίνα της Αθανασίας Κουρκάκη, η Ανιούτκα της Μαρίας Προϊστάκη και η Μαρίνα της Βαλέριας Δημητριάδου συνθέτουν με επιτυχία έναν χορό από φιγούρες που πλαισιώνει τα κεντρικά πρόσωπα. Ο Ακίμ του Θανάση Χαλκιά είναι περισσότερο απτός: ο πατέρας του Νικήτα είναι ο τολστοϊκός αντίλαλος του έργου και η μόνη διέξοδος από το τριγύρω σκοτάδι.

Τελικά, η παράσταση δεν κάνει μόνο το έργο του Τολστόι να μοιάζει σημερινό. Κάνει μαζί και το πολυδιαφημισμένο «in-yer-face» θέατρο της Σάρα Κέιν, με τη φρίκη του, να μοιάζει λιγότερο σύγχρονο

πήγαινε πίσω
στις υπόλοιπες κριτικές

πήγαινε
στη σελίδα της παράστασης

on line αγορά
ΕΙΣΙΤΗΡΙΩΝ
"Η δύναμη του σκότους" στο Σύγχρονο Θέατρο

κρατήσεις θέσεων: 210 5138067
                                   
(στα κινητά κλήση με ένα κλικ στο νούμερο)

 

Copyright © 2005 Epikolono theatre. All rights reserved - Terms and Conditions - Designed by MOZAIK
συμμετοχή στο
design και την τελική και συνεχή επιμέλεια έχει ο Γιώργος Χατζηνικολάου